el tóxico
Pronunciation
/tˈɔksiko/

Ορισμός και σημασία του "tóxico"στα ισπανικά

01

τοξίνη, δηλητήριο

sustancia que puede causar daño o enfermedad
el tóxico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
tóxicos
Παραδείγματα
Los tóxicos industriales contaminan el medio ambiente.
Τα βιομηχανικά τοξικά ρυπαίνουν το περιβάλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store