Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hábitat
[gender: masculine]
01
βιότοπος, φυσικό περιβάλλον
lugar natural donde vive un animal o planta
Παραδείγματα
El hábitat de los peces está en los ríos y lagos.
Το περιβάλλον διαβίωσης των ψαριών βρίσκεται σε ποτάμια και λίμνες.



























