Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sobreexplotación
01
υπερεκμετάλλευση, υπερβολική εκμετάλλευση
exceso en la utilización o extracción de recursos naturales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sobreexplotaciones
Παραδείγματα
La sobreexplotación de los bosques causa deforestación.
Η υπερεκμετάλλευση των δασών προκαλεί αποψίλωση.



























