Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La sobreexplotación
01
υπερεκμετάλλευση, υπερβολική εκμετάλλευση
exceso en la utilización o extracción de recursos naturales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
sobreexplotaciones
Παραδείγματα
La sobreexplotación puede llevar a la desaparición de especies.
Η υπερεκμετάλλευση μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνιση των ειδών.



























