Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asociado
01
συνδεδεμένος, σχετικός
que está relacionado o conectado con algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asociado
αρσενικό πληθυντικό
asociados
θηλυκό ενικό
asociada
θηλυκό πληθυντικό
asociadas
Παραδείγματα
La contaminación está asociada a la industria pesada.
Η ρύπανση συνδέεται με τη βαριά βιομηχανία.
El asociado
01
συνεργάτης
persona que tiene relación profesional o comercial con otra en una empresa u organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asociados
Παραδείγματα
El asociado firmó el acuerdo comercial.
Ο συνεργάτης υπέγραψε την εμπορική συμφωνία.



























