Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asociado
01
συνδεδεμένος, σχετικός
que está relacionado o conectado con algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
asociado
αρσενικό πληθυντικό
asociados
θηλυκό ενικό
asociada
θηλυκό πληθυντικό
asociadas
Παραδείγματα
Los síntomas asociados a la enfermedad son variados.
Τα συμπτώματα συνδεδεμένα με την ασθένεια είναι ποικίλα.
El asociado
01
συνεργάτης
persona que tiene relación profesional o comercial con otra en una empresa u organización
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
asociados
Παραδείγματα
Fue contratado como asociado en la empresa.
Προσλήφθηκε ως συνεργάτης στην εταιρεία.



























