Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La evolución
[gender: feminine]
01
εξέλιξη, πρόοδος
cambio o desarrollo gradual hacia una mejor condición
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
evoluciones
Παραδείγματα
La evolución en la educación es fundamental para el país.
Η εξέλιξη στην εκπαίδευση είναι θεμελιώδης για τη χώρα.
02
εξέλιξη
proceso de cambio y desarrollo gradual en algo o alguien
Παραδείγματα
La evolución natural es un proceso lento.
Η φυσική εξέλιξη είναι μια αργή διαδικασία.



























