Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El despilfarro
01
σπατάλη, σπατάλη
uso excesivo e innecesario de recursos o dinero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
despilfarros
Παραδείγματα
El despilfarro de energía afecta al medio ambiente.
Η σπατάλη ενέργειας επηρεάζει το περιβάλλον.



























