competir
com
kom
kom
pe
pe
pe
tir
tiɾ
tir
compartircombatir

Ορισμός και σημασία του "competir"στα ισπανικά

competir
01

ανταγωνίζομαι, συμμετέχω σε διαγωνισμό

luchar para ganar en una competencia o disputa 
competir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compito
γ΄ ενικό πρόσωπο
compite
ενεστώτα μετοχή
compitiendo
απλός αόριστος
competí
παθητική μετοχή
competido
Παραδείγματα
Los equipos van a competir en el torneo mañana. 

Οι ομάδες θα ανταγωνιστούν στο τουρνουά αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store