competir
Pronunciation
/kˌɔmpetˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "competir"στα ισπανικά

competir
01

ανταγωνίζομαι, συμμετέχω σε διαγωνισμό

luchar para ganar en una competencia o disputa
competir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compito
γ΄ ενικό πρόσωπο
compite
ενεστώτα μετοχή
compitiendo
απλός αόριστος
competí
παθητική μετοχή
competido
Παραδείγματα
Ellos compiten para obtener una beca.
Αυτοί ανταγωνίζονται για να λάβουν μια υποτροφία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store