Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
competir
01
ανταγωνίζομαι, συμμετέχω σε διαγωνισμό
luchar para ganar en una competencia o disputa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
compito
γ΄ ενικό πρόσωπο
compite
ενεστώτα μετοχή
compitiendo
απλός αόριστος
competí
παθητική μετοχή
competido
Παραδείγματα
Ellos compiten para obtener una beca.
Αυτοί ανταγωνίζονται για να λάβουν μια υποτροφία.



























