el bito
ˈde
de
bi
βi
bi
to
to
to

Ορισμός και σημασία του "débito"στα ισπανικά

01

χρέωση

cantidad que se debe pagar o que se descuenta de una cuenta bancaria 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
débitos
Παραδείγματα
El banco registró un débito en mi cuenta. 

Η τράπεζα κατέγραψε μια χρέωση στον λογαριασμό μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store