Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La participación
01
μερίδιο, συμμετοχή
parte o porción que alguien tiene en una empresa o negocio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
participaciones
Παραδείγματα
La participación minoritaria no controla la empresa.



























