óptimo
óp
ˈop
οπ
ti
ti
τι
mo
mo
μο
óptico

Ορισμός και σημασία του "óptimo"στα ισπανικά

01

βέλτιστος, ιδανικός

que es lo mejor o más adecuado para una situación 
óptimo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
óptimo
αρσενικό πληθυντικό
óptimos
θηλυκό ενικό
óptima
θηλυκό πληθυντικό
óptimas
θεματικό πεδίο
calidad, evaluación, momento
Παραδείγματα
Este es el momento óptimo para plantar las semillas. 

Αυτή είναι η βέλτιστη στιγμή για να φυτέψετε τους σπόρους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store