Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El control
01
έλεγχος
acción o efecto de verificar o supervisar algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
controles
Παραδείγματα
El control sanitario evita la propagación de enfermedades.
Ο υγειονομικός έλεγχος αποτρέπει την εξάπλωση των ασθενειών.
02
τεστ
prueba o examen para evaluar conocimientos o habilidades
Παραδείγματα
El control duró una hora y media.
Ο έλεγχος διήρκεσε μιάμιση ώρα.
Λεξικό Δέντρο
autocontrol
control



























