la incidencia
Pronunciation
/ˌinθiðˈɛnθja/

Ορισμός και σημασία του "incidencia"στα ισπανικά

01

περιστατικό

evento o suceso que puede causar un problema o situación especial
la incidencia definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
incidencias
Παραδείγματα
La incidencia causó un retraso en el vuelo.
Το περιστατικό προκάλεσε καθυστέρηση στην πτήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store