Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La incidencia
01
περιστατικό
evento o suceso que puede causar un problema o situación especial
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
incidencias
Παραδείγματα
La incidencia causó un retraso en el vuelo.
Το περιστατικό προκάλεσε καθυστέρηση στην πτήση.



























