Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perjudicado
01
θιγμένος, επηρεασμένος
persona o cosa que sufre daño o perjuicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más perjudicado
συγκριτικός βαθμός
más perjudicado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
perjudicado
αρσενικό πληθυντικό
perjudicados
θηλυκό ενικό
perjudicada
θηλυκό πληθυντικό
perjudicadas
Παραδείγματα
Los usuarios perjudicados exigieron una explicación.
Οι πληγέντες χρήστες απαίτησαν μια εξήγηση.



























