Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El consumidor
01
καταναλωτής, αγοραστής
persona que compra o usa productos o servicios
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
consumidores
αρσενικό ενικό
consumidor
θηλυκό ενικό
consumidora
neutral form
cliente
Παραδείγματα
El consumidor busca productos de buena calidad.
Ο καταναλωτής αναζητά προϊόντα καλής ποιότητας.
LanGeek



























