Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remitir
01
συγχωρώ
perdonar o cancelar una pena, deuda o castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
remito
γ΄ ενικό πρόσωπο
remite
ενεστώτα μετοχή
remitiendo
απλός αόριστος
remití
παθητική μετοχή
remitido
Παραδείγματα
El presidente remitió las multas de los afectados por la crisis.
Ο πρόεδρος συγχώρεσε τα πρόστιμα των πληγέντων από την κρίση.



























