remitir
re
re
re
mi
mi
mi
tir
ˈtiɾ
tir
incluirinfluirresumirasistir

Ορισμός και σημασία του "remitir"στα ισπανικά

remitir
01

συγχωρώ

perdonar o cancelar una pena, deuda o castigo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
remito
γ΄ ενικό πρόσωπο
remite
ενεστώτα μετοχή
remitiendo
απλός αόριστος
remití
παθητική μετοχή
remitido
Παραδείγματα
El presidente remitió las multas de los afectados por la crisis. 

Ο πρόεδρος συγχώρεσε τα πρόστιμα των πληγέντων από την κρίση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store