Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
remitir
[past form: remití][present form: remito]
01
συγχωρώ
perdonar o cancelar una pena, deuda o castigo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
remito
γ΄ ενικό πρόσωπο
remite
ενεστώτα μετοχή
remitiendo
απλός αόριστος
remití
παθητική μετοχή
remitido
Παραδείγματα
La organización remitió las cuotas a las familias necesitadas.
Ο οργανισμός συγχώρεσε τα τέλη στις οικογένειες που έχουν ανάγκη.



























