Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La defensa
01
άμυνα
argumento o conjunto de razones para proteger o justificar algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
defensas
Παραδείγματα
La defensa es fundamental para un juicio justo.
Η υπεράσπιση είναι θεμελιώδης για μια δίκαιη δίκη.
02
άμυνα
la acción o conjunto de jugadores que protegen su propia portería o meta del ataque rival
Παραδείγματα
Un error en la defensa costó el empate en el último minuto.
Ένα λάθος στην άμυνα κόστισε την ισοπαλία στο τελευταίο λεπτό.



























