el alegato
a
a
a
le
le
le
ga
ˈɣa
gha
to
to
to
sensatosilbatoformatomandato

Ορισμός και σημασία του "alegato"στα ισπανικά

01

υπεράσπιση, έκθεση

exposición oral o escrita que defiende una idea o posición 
el alegato definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
alegatos
Παραδείγματα
El alegato final fue decisivo para el veredicto. 

Το αλέγατο ήταν καθοριστικό για την ετυμηγορία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store