la conducta
con
kon
kon
duc
ˈduk
dook
ta
ta
ta

Ορισμός και σημασία του "conducta"στα ισπανικά

01

συμπεριφορά, συμπεριφορά

comportamiento o manera de actuar de una persona o animal 
la conducta definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
conductas
Παραδείγματα
Su conducta en la escuela es muy buena. 

Η συμπεριφορά του στο σχολείο είναι πολύ καλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store