municipal
Pronunciation
/mˌuniθipˈal/

Ορισμός και σημασία του "municipal"στα ισπανικά

01

δημοτικός, κοινοτικός

relacionado con el gobierno o la administración de un municipio o localidad
municipal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
municipal
αρσενικό πληθυντικό
municipales
θηλυκό ενικό
municipal
θηλυκό πληθυντικό
municipales
Παραδείγματα
Los empleados municipales trabajan en la limpieza de las calles.
Οι δημοτικοί υπάλληλοι εργάζονται στον καθαρισμό των οδών.

Λεξικό Δέντρο

municipal
municip
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store