Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
velar
01
επιτηρώ, προστατεύω
proteger o cuidar algo o a alguien con atención
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
velo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vela
ενεστώτα μετοχή
velando
απλός αόριστος
velé
παθητική μετοχή
velado
Παραδείγματα
Los padres velan por la seguridad de sus hijos en todo momento.
Οι γονείς φροντίζουν για την ασφάλεια των παιδιών τους κάθε στιγμή.



























