velar
Pronunciation
/belˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "velar"στα ισπανικά

velar
[past form: velé][present form: velo]
01

επιτηρώ, προστατεύω

proteger o cuidar algo o a alguien con atención
velar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
velo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vela
ενεστώτα μετοχή
velando
απλός αόριστος
velé
παθητική μετοχή
velado
Παραδείγματα
Los vecinos velaron por la seguridad del barrio.
Οι γείτονες φύλαξαν την ασφάλεια της γειτονιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store