Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
velar
[past form: velé][present form: velo]
01
επιτηρώ, προστατεύω
proteger o cuidar algo o a alguien con atención
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
velo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vela
ενεστώτα μετοχή
velando
απλός αόριστος
velé
παθητική μετοχή
velado
Παραδείγματα
Los vecinos velaron por la seguridad del barrio.
Οι γείτονες φύλαξαν την ασφάλεια της γειτονιάς.



























