velar
ve
be
be
lar
ˈlaɾ
lar
volar

Ορισμός και σημασία του "velar"στα ισπανικά

01

επιτηρώ, προστατεύω

proteger o cuidar algo o a alguien con atención 
velar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
velo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vela
ενεστώτα μετοχή
velando
απλός αόριστος
velé
παθητική μετοχή
velado
Παραδείγματα
Los padres velan por la seguridad de sus hijos en todo momento. 

Οι γονείς φροντίζουν για την ασφάλεια των παιδιών τους κάθε στιγμή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store