el vellón
ve
be
μπε
llón
ˈʎon
λιον
turrónbastónprotónpulgón

Ορισμός και σημασία του "vellón"στα ισπανικά

01

προβιά, μαλλί

el vellón la lana de una oveja o de un animal similar, especialmente cuando se esquila en una sola pieza 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vellones
Παραδείγματα
El pastor recogió el vellón de la oveja después de esquilarla. 

Ο βοσκός μάζεψε το μαλλί του προβάτου αφού το κούρεψε.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store