generar
Pronunciation
/xˌenɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "generar"στα ισπανικά

generar
01

παράγω, δημιουργώ

producir o crear algo nuevo
generar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
genero
γ΄ ενικό πρόσωπο
genera
ενεστώτα μετοχή
generando
απλός αόριστος
generé
παθητική μετοχή
generado
Παραδείγματα
El motor genera energía para mover el coche.
Ο κινητήρας παράγει ενέργεια για να κινήσει το αυτοκίνητο.
02

παράγω

producir o causar la aparición de algo
generar definition and meaning
Παραδείγματα
El experimento generó resultados inesperados.
Το πείραμα παρήγαγε απροσδόκητα αποτελέσματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store