Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
generar
01
παράγω, δημιουργώ
producir o crear algo nuevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
genero
γ΄ ενικό πρόσωπο
genera
ενεστώτα μετοχή
generando
απλός αόριστος
generé
παθητική μετοχή
generado
Παραδείγματα
La fábrica genera mucha electricidad.
Το εργοστάσιο παράγει πολύ ηλεκτρική ενέργεια.
02
παράγω
producir o causar la aparición de algo
Παραδείγματα
Las nuevas ideas generan cambios positivos.
Οι νέες ιδέες δημιουργούν θετικές αλλαγές.



























