Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
todoterreno
01
πολυδύναμος, ευέλικτος
que se adapta a diferentes funciones o situaciones con facilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más todoterreno
συγκριτικός βαθμός
más todoterreno
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
todoterreno
αρσενικό πληθυντικό
todoterrenos
θηλυκό ενικό
todoterreno
θηλυκό πληθυντικό
todoterrenos
Παραδείγματα
Es una herramienta todoterreno con muchas funciones.
Είναι ένα πολύπλευρο εργαλείο με πολλές λειτουργίες.
Λεξικό Δέντρο
todoterreno
todo
terreno



























