la sección
sección
sekθjon
sekthyon
selección

Ορισμός και σημασία του "sección"στα ισπανικά

01

τμήμα, ενότητα

parte o división de un todo, como un libro, periódico o lugar 
la sección definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
secciones
Παραδείγματα
Leí la sección de deportes en el periódico. 

Διάβασα την ενότητα αθλητισμού στην εφημερίδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store