Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
secar
01
στεγνώνω, σφουγγαρίζω
quitar la humedad o el agua del cuerpo o de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
seco
γ΄ ενικό πρόσωπο
seca
ενεστώτα μετοχή
secando
απλός αόριστος
me sequé
παθητική μετοχή
secado
Παραδείγματα
Después de la ducha, me seco con una toalla.
Μετά το ντους, στεγνώνω με μια πετσέτα.
02
στεγνώνω, σφουγγίζω
quitar la humedad o el agua de algo o alguien
Παραδείγματα
Seca la ropa al sol después de lavarla.
Στεγνώστε τα ρούχα στον ήλιο μετά το πλύσιμο.



























