secar
Pronunciation
/sekˈaɾse/

Ορισμός και σημασία του "secar"στα ισπανικά

01

στεγνώνω, σφουγγαρίζω

quitar la humedad o el agua del cuerpo o de algo
secar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
seco
γ΄ ενικό πρόσωπο
seca
ενεστώτα μετοχή
secando
απλός αόριστος
me sequé
παθητική μετοχή
secado
Παραδείγματα
Se secaron las manos antes de comer.
Στεγνώσανε τα χέρια τους πριν φάνε.
02

στεγνώνω, σφουγγίζω

quitar la humedad o el agua de algo o alguien
secar definition and meaning
Παραδείγματα
El viento seco la pintura recién aplicada.
Ο άνεμος ξήρανε το πρόσφατα εφαρμοσμένο χρώμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store