Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La videoconferencia
[gender: feminine]
01
τηλεδιάσκεψη, βιντεοδιάσκεψη
reunión o comunicación a distancia mediante video y audio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
videoconferencias
Παραδείγματα
Muchos colegios usan videoconferencias para las clases online.



























