Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
por casualidad
01
τυχαία, κατά τύχη
sin planearlo o esperarlo
Παραδείγματα
Escuché la noticia por casualidad en la radio.
Άκουσα τα νέα τυχαία στο ραδιόφωνο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τυχαία, κατά τύχη