Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
por casualidad
01
τυχαία, κατά τύχη
sin planearlo o esperarlo
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Te vi por casualidad en el supermercado.
Σε είδα τυχαία στο σούπερ μάρκετ.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
τυχαία, κατά τύχη
Σε είδα τυχαία στο σούπερ μάρκετ.