Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La comunicación
01
επικοινωνία
acción de transmitir información o mensajes entre personas o grupos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
comunicaciones
Παραδείγματα
La comunicación entre el equipo es muy importante.
Η επικοινωνία μέσα στην ομάδα είναι πολύ σημαντική.



























