Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
propagar
[past form: me propagué][present form: me propago]
01
διαδίδω, εξαπλώνω
extenderse o difundirse por un lugar o entre personas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
propago
γ΄ ενικό πρόσωπο
propaga
ενεστώτα μετοχή
propagando
απλός αόριστος
me propagué
παθητική μετοχή
propagado,propago
Παραδείγματα
El fuego se propagó por todo el bosque.
Η φωτιά εξαπλώθηκε σε όλο το δάσος.



























