Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
borroso
01
θολός, ασαφής
que no se ve con claridad, que está difuso o confuso
Παραδείγματα
El horizonte estaba borroso por la niebla.
Ο ορίζοντας ήταν θολός λόγω της ομίχλης.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
θολός, ασαφής