auténtico
Pronunciation
/aʊtˈɛntiko/

Ορισμός και σημασία του "auténtico"στα ισπανικά

auténtico
01

αυθεντικός

que es verdadero o genuino, no falso ni imitado
auténtico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más auténtico
συγκριτικός βαθμός
más auténtico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
auténtico
αρσενικό πληθυντικό
auténticos
θηλυκό ενικό
auténtica
θηλυκό πληθυντικό
auténticas
Παραδείγματα
Quiero un consejo auténtico, no solo palabras bonitas.
Θέλω μια γνήσια συμβουλή, όχι απλώς όμορφες λέξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store