Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auténtico
01
αυθεντικός
que es verdadero o genuino, no falso ni imitado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más auténtico
συγκριτικός βαθμός
más auténtico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
auténtico
αρσενικό πληθυντικό
auténticos
θηλυκό ενικό
auténtica
θηλυκό πληθυντικό
auténticas
Παραδείγματα
Quiero un consejo auténtico, no solo palabras bonitas.
Θέλω μια γνήσια συμβουλή, όχι απλώς όμορφες λέξεις.



























