Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ataque de ansiedad
[gender: masculine]
01
κρίση άγχους, πανικός επίθεση
episodio intenso de miedo o ansiedad que afecta el cuerpo y la mente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ataques de ansiedad
Παραδείγματα
Los ataques de ansiedad pueden afectar la vida diaria.
Οι κρίσεις πανικού μπορούν να επηρεάσουν την καθημερινή ζωή.



























