Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El atardecer
[gender: masculine]
01
ηλιοβασίλεμα, λυκόφως
momento del día en que empieza a oscurecer y el sol se pone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Prefiero salir a correr al atardecer, cuando no hace calor.
Προτιμώ να βγαίνω για τρέξιμο στο σούρουπο, όταν δεν έχει ζέστη.



























