mental
Pronunciation
/mɛntˈal/

Ορισμός και σημασία του "mental"στα ισπανικά

01

διανοητικός, ψυχικός

que pertenece o está relacionado con la mente o la salud psicológica
mental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mental
αρσενικό πληθυντικό
mentales
θηλυκό ενικό
mental
θηλυκό πληθυντικό
mentales
Παραδείγματα
La terapia ayuda a mejorar el estado mental.
Η θεραπεία βοηθά στη βελτίωση της ψυχικής κατάστασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store