mental
men
men
men
tal
ˈtal
tal
metal

Ορισμός και σημασία του "mental"στα ισπανικά

01

διανοητικός, ψυχικός

que pertenece o está relacionado con la mente o la salud psicológica 
mental definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
mental
αρσενικό πληθυντικό
mentales
θηλυκό ενικό
mental
θηλυκό πληθυντικό
mentales
Παραδείγματα
La salud mental es muy importante para el bienestar. 

Η ψυχική υγεία είναι πολύ σημαντική για την ευημερία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store