Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
superficial
01
επιφανειακός, επιφανειακή
que está en la parte exterior o cerca de la superficie de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más superficial
συγκριτικός βαθμός
más superficial
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
superficial
αρσενικό πληθυντικό
superficiales
θηλυκό ενικό
superficial
θηλυκό πληθυντικό
superficiales
Παραδείγματα
La herida es solo superficial.
02
επιφανειακός
que no tiene profundidad o seriedad en ideas, sentimientos o comportamiento
Παραδείγματα
Su análisis es superficial y poco útil.
Η ανάλυσή του είναι επιφανειακή και όχι πολύ χρήσιμη.
Λεξικό Δέντρο
superficial
superfic



























