cabelludo
ca
ka
κα
be
βe
βε
llu
ˈʎu
λιου
do
ðo
δο
peliagudopuntiagudodesnudobarbudo

Ορισμός και σημασία του "cabelludo"στα ισπανικά

01

τριχωτός, μαλλιαρός

que tiene mucho pelo en la cabeza u otra parte del cuerpo 
cabelludo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cabelludo
συγκριτικός βαθμός
más cabelludo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cabelludo
αρσενικό πληθυντικό
cabelludos
θηλυκό ενικό
cabelluda
θηλυκό πληθυντικό
cabelludas
θεματικό πεδίο
cuerpo, apariencia, cabello
Παραδείγματα
El niño nació muy cabelludo. 

Το μωρό γεννήθηκε πολύ τριχωτό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store