Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apreciar
[past form: aprecié][present form: aprecio]
01
εκτιμώ
valorar algo o alguien por su importancia o cualidades
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aprecio
γ΄ ενικό πρόσωπο
aprecia
ενεστώτα μετοχή
apreciando
απλός αόριστος
aprecié
παθητική μετοχή
apreciado
Παραδείγματα
Debemos aprender a apreciar a nuestros amigos.
Πρέπει να μάθουμε να εκτιμούμε τους φίλους μας.



























