el desván
des
des
ντεσ
ván
ˈβan
βαν
desmán

Ορισμός και σημασία του "desván"στα ισπανικά

01

σοφίτα, υπερώο

parte más alta de una casa, justo debajo del techo, que se usa generalmente para guardar cosas 
el desván definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
desvanes
Παραδείγματα
Guardamos las cajas viejas en el desván. 

Φυλάμε τα παλιά κουτιά στη σοφίτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store