Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
negociar
[past form: negocié][present form: negocio]
01
διαπραγματεύομαι
discutir o tratar para llegar a un acuerdo o resolver un problema
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
negocio
γ΄ ενικό πρόσωπο
negocia
ενεστώτα μετοχή
negociando
απλός αόριστος
negocié
παθητική μετοχή
negociado
Παραδείγματα
El equipo negoció un descuento especial.
Η ομάδα διαπραγματεύτηκε μια ειδική έκπτωση.



























