Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rescindir
01
ακυρώνω, διαλύω
cancelar o anular un contrato o acuerdo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rescindo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rescinde
ενεστώτα μετοχή
rescindiendo
απλός αόριστος
rescindí
παθητική μετοχή
rescindido
Παραδείγματα
El contrato fue rescindido por mutuo acuerdo.
Το συμβόλαιο ακυρώθηκε με αμοιβαία συμφωνία.



























