Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restaurar
01
αποκαθιστώ
arreglar o reparar algo para dejarlo como nuevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
restauro
γ΄ ενικό πρόσωπο
restaura
ενεστώτα μετοχή
restaurando
απλός αόριστος
restauré
παθητική μετοχή
restaurado
Παραδείγματα
Van a restaurar el edificio histórico.
Πρόκειται να αποκαταστήσουν το ιστορικό κτίριο.
02
αποκαθιστώ
recuperar la salud, la energía o el bienestar después de una enfermedad o debilidad
Παραδείγματα
Tras la gripe, tardó semanas en restaurarse completamente.
Μετά τη γρίπη, χρειάστηκε εβδομάδες για να ανακάμψει πλήρως.



























