Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
restaurar
01
αποκαθιστώ
arreglar o reparar algo para dejarlo como nuevo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
restauro
γ΄ ενικό πρόσωπο
restaura
ενεστώτα μετοχή
restaurando
απλός αόριστος
restauré
παθητική μετοχή
restaurado
Παραδείγματα
El carpintero sabe cómo restaurar muebles antiguos.
Ο ξυλουργός ξέρει πώς να αποκαθιστά παλιά έπιπλα.
02
αποκαθιστώ
recuperar la salud, la energía o el bienestar después de una enfermedad o debilidad
Παραδείγματα
Después del tratamiento, logró restaurar su energía.
Μετά τη θεραπεία, κατάφερε να αποκαταστήσει την ενέργειά του.



























