Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La alternativa
[gender: feminine]
01
εναλλακτική, επιλογή
opción entre dos o más posibilidades
Παραδείγματα
Buscaron una alternativa más económica.
Αναζήτησαν μια πιο οικονομική εναλλακτική.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εναλλακτική, επιλογή