alucinar
a
a
a
lu
lu
loo
ci
si
si
nar
ˈnat
nat

Ορισμός και σημασία του "alucinar"στα ισπανικά

alucinar
01

παραισθάνομαι

ver o sentir cosas irreales, a veces por drogas
alucinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alucino
γ΄ ενικό πρόσωπο
alucina
ενεστώτα μετοχή
alucinando
απλός αόριστος
alucinó
παθητική μετοχή
alucinado
Παραδείγματα
Las drogas sintéticas pueden hacer alucinar gravemente.
Τα συνθετικά ναρκωτικά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές παραισθήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store