Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
alucinar
01
παραισθάνομαι
ver o sentir cosas irreales, a veces por drogas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
alucino
γ΄ ενικό πρόσωπο
alucina
ενεστώτα μετοχή
alucinando
απλός αόριστος
alucinó
παθητική μετοχή
alucinado
Παραδείγματα
Las drogas sintéticas pueden hacer alucinar gravemente.
Τα συνθετικά ναρκωτικά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές παραισθήσεις.



























