el deudor
deu
ˈdeu
deoo
dor
ðoɾ
dhor
doctorcastorsectorcensor

Ορισμός και σημασία του "deudor"στα ισπανικά

01

οφειλέτης, οφειλέτρια

persona que debe  dinero a otra 
el deudor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deudores
αρσενικό ενικό
deudor
θηλυκό ενικό
deudora
neutral form
persona endeudada
Παραδείγματα
El deudor tiene que pagar la deuda antes del fin de mes. 

Ο οφειλέτης πρέπει να πληρώσει το χρέος πριν από το τέλος του μήνα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store