Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El deudor
01
οφειλέτης, οφειλέτρια
persona que debe dinero a otra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deudores
Παραδείγματα
¿ Quién es el deudor de esta factura?
Ποιος είναι ο οφειλέτης αυτού του τιμολογίου;



























