Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El arrendamiento
01
μίσθωση, ενοικίαση
contrato para alquilar una propiedad o terreno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
arrendamientos
Παραδείγματα
Firmamos un arrendamiento por un año.
Υπογράψαμε σύμβαση μίσθωσης για ένα χρόνο.



























