Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habitar
01
κατοικώ, ζω
vivir en un lugar o residencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
habito
γ΄ ενικό πρόσωπο
habita
ενεστώτα μετοχή
habitando
απλός αόριστος
habité
παθητική μετοχή
habitado
Παραδείγματα
¿ Quién habita en esa casa abandonada?



























