Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barnizar
01
βερνικώνω, επιχρίω με βερνίκι
aplicar una capa de barniz a una superficie para protegerla o darle brillo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
barnizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
barniza
ενεστώτα μετοχή
barnizando
απλός αόριστος
barnicé
παθητική μετοχή
barnizado
Παραδείγματα
Barnicé la puerta y ahora se ve como nueva.
Βερνίκωμα την πόρτα και τώρα φαίνεται σαν καινούργια.



























