Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desatascar
[past form: desatasqué][present form: desatasco]
01
ξεβουλώνω, αποφράσσω
quitar lo que bloquea una tubería u otro conducto
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
desatasco
γ΄ ενικό πρόσωπο
desatasca
ενεστώτα μετοχή
desatascando
απλός αόριστος
desatasqué
παθητική μετοχή
desatascado
Παραδείγματα
Intentamos desatascar el lavabo con un desatascador.



























